Βασική αρχή λειτουργίας: Η μέθοδος του υπεδαφίου ραντάρ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό ρηχών κοιλοτήτων στο υπέδαφος. Παρόλα αυτά το βάθος διείσδυσης εξαρτάται από την κάθε περιοχή και κυρίως από το ποσοστό αργίλου στο πρώτο κατά σειράν στρώμα. Τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται σε περιοχές με μικρό ποσοστό αργίλου. Η επιλογή της συχνότητας (αντέννα) παίζει μεγάλο ρόλο στη διείσδυση και χρειάζεται αρκετά χαμηλή συχνότητα για εντοπισμό βαθιών κοιλοτήτων.
Το όργανο GPR συνίσταται από ένα σύστημα καταγραφής και δύο κεραίες, μια εκπομπής και μια λήψης. Ο πομπός παρέχει υψηλής συχνότητας ηλεκτρομαγνητικό κύμα (25 ΜΗΖ έως 1500 ΜΗΖ) το οποίο διεισδύει στο έδαφος και ανακλάται από δομές ή επιφάνειες που έχουν διαφορετική διηλεκτρική σταθερά από το περιβάλλον τους (πιθανόν χώμα ή βραχώδες υλικό). Τα ανακλώμενα κύματα ανιχνεύονται από τον δέκτη και αποθηκεύονται στην μνήμη του συστήματος καταγραφής. Η κεραία εκπομπής και λήψης καθώς και η πορεία των κυμάτων φαίνονται στο σχήμα που ακολουθεί. Ένα κενό στο υπέδαφος παρέχει πάντοτε μια ισχυρή αντίθεση στην διηλεκτρική σταθερά με το περιβάλλον του. Επίσης το ίδιο συμβαίνει όταν το κενό είναι γεμάτο με νερό.

Σύστημα GPR πάνω από ένα κενό στο έδαφος
Οποιαδήποτε κεραία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συλλέγει δεδομένα. Στην παρακάτω εικόναι φαίνεται μια κεραία 100 μεγακύκλων ικανή να εντοπίζει κενά σε βάθη πάνω από 20 μέτρα.

Διαδικασία μετρήσεων: Οι έρευνες με εφαρμογή GPR γίνονται "σέρνοντας" την κεραία στο έδαφος με μια σταθερή ταχύτητα. Ο καταγραφέας αποθηκεύει τα δεδομένα και παράλληλα τα παριστάνει σε μια οθόνη. Η επιλογή της κεραίας είναι πολύ σημαντική για την εκάστοτε εφαρμογή και το επιθθυμητό βάθος του γεωφυσικού στόχου (εν προκειμένω: κενά).
Επεξεργασία δεδομένων: Είναι δυνατόν να επεξεργασθούν τα δεδομένα όπως εκείνα των μονοκάναλων σεισμικών μετρήσεων. Η επεξεργασία μπορεί να περιλαμβάνει κανονικοποίηση της απόστασης, οριζόντια βαθμονόμηση, οριζόντια και κατακόρυφα φίλτρα, διορθώσεις ταχύτητας και άλλα. Παρόλα αυτά δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη επεξεργασία όταν τα σήματα είναι καθαρά και χωρίς θόρυβο.
Αξιολόγηση δεδομένων: για να υπολογισθεί το βάθος μέχρι την οροφή της κοιλότητας χρειάζεται να βρεθούν οι ταχύτητες διάδοσης των κυμάτων στο έδαφος κλαι στο βραχώδες. Αυτές είναι συνήθως γνωστές και υπάρχουν σε ειδικούς πίνακες. Ένας άλλος τρόπος είναι η βαθμονόμηση πάνω από μια δομή της οποίας το βάθος είναι γνωστό από πρίν. Στην παρακάτω εικόνα φαίνονται οι κοιλότητες επάνω σε μια καταγραφή (στα σημεία που δείχνουν τα βέλη).

Η παρακάτω εικόνα δείχνει δεδομένα GPR από μια σάρωση σε οδόστρωμα. Στην εικόνα φαίνεται καθαρά το κενό κάτω από το οδόστρωμα καθώς και η αντίστοιχη συνθετική γεωλογική τομή που προέκυψε.

Πλεονεκτήματα: Τα δεδομένα GPR καταγράφονται γρήγορα και ο έλεγχος είναι άμεσος την στιγμή της μέτρησης. Η επιλογή διαφορετικών συχνοτήτων δίνει την ευχέρεια έρευνας σε διαφορετικά βάθη.
Περιορισμοί: Ο πιό σημαντικός περιορισμός της μεθόδου είναι το βάθος διείσδυσης και η ανάγκη να υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ της διηλεκτρικής σταθεράς του γεωφυσικού στόχου και του περιβάλλοντος μέσου. Οι άργιλοι μπορούν να μειώσουν σημαντικά το βάθος διείσδυσης του ηλεκτρομαγνητικού σήματος.